περφεξιονισμός

περφεξιονισμός
ο, Ν
1. θρησκ. ουτοπική θρησκευτική κίνηση τού 19ου αιώνα στην Αγγλία και στην Αμερική, η οποία κήρυττε τη δυνατότητα επίτευξης τής τελειότητας από τον άνθρωπο στα πλαίσια μιας κοινωνίας κοινοκτημοσύνης
2. (φιλοσ.) η τελειοθηρία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. perfectionisme < λατ. perfectio, -ionis «εντέλεια, τελειότητα»].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • περφεξιονιστής — ο, θηλ. περφεξιονίστρια, Ν οπαδός τού περφεξιονισμού. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. perfectionist (βλ. λ. περφεξιονισμός)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”